Παρασκευή, 19 Αυγούστου, 2022

Είναι η ύφεση το μόνο «φάρμακο» για τον πληθωρισμό;

Οικονομία


Με τη FED να ανεβάζει ξανά τα επιτόκια, επανέρχεται το ερώτημα για το εάν η ύφεση αποτελεί τη μόνη θεραπεία για τον πληθωρισμό

Με βάση μια παραδεδομένη «οικονομική» ορθοδοξία, όταν ο πληθωρισμός επιμένει να ανεβαίνει, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές για τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες, εάν δεν θέλουν η αύξησή του να αναδιανείμει – στην πράξη – εισόδημα σε βάρος των φτωχότερων στρωμάτων, να υπονομεύσει τη δυνατότητά των επιχειρήσεων να προγραμματίζουν, να κάνει πιο αδύναμο το εθνικό νόμισμα και να αυξήσει το κόστος αποπληρωμής του εξωτερικού χρέους: η οικονομία να περιέλθει σε κατάσταση ύφεσης.

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα εάν επιβραδυνθεί η οικονομία και εάν αυξηθεί η ανεργία, τότε το διαθέσιμο εισόδημα περιορίζεται, η ζήτηση για προϊόντα υποχωρεί και αργά ή γρήγορα οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να σταματήσουν να αυξάνουν ή ακόμη και να μειώσουν τις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών οδηγώντας και στην ανάλογη υποχώρηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Και βασικό όπλο για να επιτευχθεί αυτό είναι η άνοδος των επιτοκίων ώστε να γίνει ακριβότερο το κόστος δανεισμού, νοικοκυριά και επιχειρήσεις να μην μπορούν να κάνουν μεγάλα ανοίγματα, οι επιχειρήσεις να οδηγούνται σε περικοπές κόστους και προσωπικού και η οικονομία να επιβραδύνεται. Όταν ο πληθωρισμός επανέλθει σε χαμηλά επίπεδα, τότε είναι πιο εύκολο για όσους χαράζουν οικονομική πολιτική να χαμηλώσουν τα επιτόκια και να κάνουν πιο φτηνό τον δανεισμό ώστε οι επιχειρήσεις να αρχίσουν να επεκτείνουν ξανά δραστηριότητες, να αυξάνουν την απασχόληση και με αυτό τον τρόπο η οικονομία να επιστρέφει σε αναπτυξιακούς ρυθμούς.

Η οικονομική αυτή «ορθοδοξία» στηρίζεται σε δύο βασικές παραδοχές, που συχνά συνυπάρχουν. Η μία είναι η αντίληψη ότι ο πληθωρισμός έχει να κάνει με το όγκο του χρήματος που κυκλοφορεί. Όταν αυτός αυξάνει θα αυξηθούν και οι τιμές, ενώ όταν περιορίζεται αυτές υποχωρούν και αυτό είναι δουλειά της κεντρικής τράπεζας και του πώς χειρίζεται τη συνολική έκδοση χρήματος, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής επιτοκίων. Είναι η αντίληψη που συχνά την ονομάζουμε «μονεταριστική». Η άλλη είναι ότι ο πληθωρισμός κυρίως προκαλείται από αυξημένη ζήτηση, οπότε εάν περιοριστεί η συνολική ζήτηση, μέσα από το μηχανισμό της ύφεσης και της ανεργίας, τότε θα υποχωρήσουν και οι τιμές.

Τα προβλήματα με την «ορθόδοξη» αντιμετώπιση του πληθωρισμού

Ωστόσο, υπάρχουν αρκετά προβλήματα με την παραδοσιακή αντιμετώπιση του πληθωρισμού.

Καταρχάς υπάρχουν προβλήματα που αφορούν την επαρκή εξήγηση του πληθωρισμού. Για παράδειγμα, αρκετοί έχουν επισημάνει ότι εάν κοιτάξουμε τις πραγματικές ιστορικές διακυμάνσεις του συνολικού όγκου χρήματος που κυκλοφορεί και τη συσχέτιση με τον πληθωρισμό, τότε δεν προκύπτει ότι η ποσότητα του χρήματος είναι ο αιτιώδης παράγοντας σε σχέση με την αύξηση των τιμών. Μάλιστα, ο τρόπος που είναι οργανωμένα τα νομισματικά συστήματα ύστερα από το τέλος των συμφωνιών του Μπρέτον-Γουντς και την πλήρη μετάβαση σε νομίσματα «αναγκαστικής κυκλοφορίας» (δηλαδή χωρίς αντίκρισμα σε χρυσό) επίσης έχει κάνει αρκετά πιο σύνθετη τη σχέση ανάμεσα σε  νομισματική κυκλοφορία και πληθωρισμό.

Έπειτα υπάρχει πάντα το θέμα εάν ο πληθωρισμός είναι πάντα ή κυρίως αποτέλεσμα αυξημένης ζήτησης, ή εάν στην πραγματικότητα το πρόβλημα είναι στη μεριά της προσφοράς, δηλαδή σε επιλογές των παραγωγών να προχωρήσουν σε αυξήσεις τιμών όχι επειδή βλέπουν αυξημένη ζήτηση, αλλά επειδή θέλουν να διατηρήσουν ή να διευρύνουν το περιθώριο κέρδους τους.

Προβλήματα υπάρχουν και με το εάν όντως η ανεργία συμβάλλει στην μείωση του πληθωρισμού. Η κλασική θεωρία είναι εδώ αυτή που περιγράφεται ως «καμπύλη Philips». Ωστόσο, τα στατιστικά στοιχεία από τη δεκαετία του 1970 και μετά έχουν οδηγήσει σε αρκετή αμφισβήτηση της άμεσης συσχέτισης ανάμεσα σε ποσοστό ανεργίας και πληθωρισμό.

 

Ποιος πληρώνει το κόστος της ύφεσης

Έπειτα υπάρχει και το ερώτημα του ποιος πληρώνει το κόστος της ύφεσης. Ή για να το πούμε διαφορετικά του κινδύνου η θεραπεία για τον πληθωρισμό τελικά να είναι πολύ πιο οδυνηρή για ορισμένα κοινωνικά στρώματα σε σχέση με το ίδιο πρόβλημα.

Και αυτό γιατί τα στοιχεία από τις περιόδους ύφεσης δείχνουν ότι κατεξοχήν πλήττονται τα κοινωνικά στρώματα που ήταν ούτως ή άλλως σε πιο μειονεκτική θέση: για παράδειγμα στις ΗΠΑ οι μαύροι ή ισπανόφωνοι εργαζόμενοι, οι νέοι και αυτοί με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο είχαν υψηλότερα ποσοστά ανεργίας σε πρόσφατες περιόδους ύφεσης. Επιπλέον, η ανεργία δεν είναι μια απλή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, όπως συμβαίνει π.χ. όταν αυξάνεται το κόστος ζωής εξαιτίας του πληθωρισμού. Η ανεργία σημαίνει συχνά μια βίαιη διαδικασία κοινωνικής περιθωριοποίησης, τα αποτελέσματα της οποίας ακολουθούν τον εργαζόμενο για μεγάλο χρονικό διάστημα και σημαίνουν ότι ακόμη και εάν επιστρέψει η ανάπτυξη θα ξεκινά από πολύ χειρότερη αφετηρία.

Το ερώτημα της εναλλακτικής

Και εάν η ύφεση δεν μπορεί να είναι η θεραπεία τότε, το μόνο που μένει είναι απλώς να συμφιλιωθούμε με τον πληθωρισμό;

Όσοι επιμένουν ότι πρέπει να αναζητήσουμε εναλλακτικές προτείνουν διάφορες κατευθύνσεις. Καταρχάς, χρειάζεται να εξεταστούν οι παράμετροι που αυξάνουν τον πληθωρισμό. Γιατί τότε θα φανεί ότι ακόμη και εάν π.χ. αυξηθεί η ανεργία αυτό δεν θα απαντήσει στην αύξηση των τιμών των καυσίμων εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία ή τις ελλείψεις σε μικροτσίπ που αντιμετωπίζει η Κίνα.

Αντιθέτως, άλλες παρεμβάσεις των κυβερνήσεων, όπως αυτές που μειώνουν τη φορολογία σε κρίσιμα προϊόντα, κρατούν χαμηλά τις δαπάνες υγείας, επενδύουν σε φτηνότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και καλύπτουν ανάγκες σε στέγαση μπορούν να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό χωρίς να το κοινωνικό κόστος της ύφεσης και της αυξημένης ανεργίας.



in.gr