Κυριακή, 27 Νοεμβρίου, 2022

Κύπρος: Γιατί οι αρχιεπισκοπικές εκλογές ενδιαφέρουν τους μεγάλους γεωπολιτικούς παίκτες

Πολιτική


Οι αρχιεπισκοπικές εκλογές στην Κύπρο ενδιαφέρουν δυσανάλογα του εκτοπίσματός της ορισμένους ισχυρούς παίκτες.

Η Εκκλησία της Κύπρου, αλλά και της Ελλάδας, διαχρονικά έχουν αναβαθμισμένο ρόλο στην περιοχή, υπό μορφή ανάληψης μιας ιστορικής αποστολής την οποία δεν μπορεί να επιτελέσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά το 1923, όταν καταργήθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία (1923) και ιδρύθηκε το Τουρκικό Κράτος (στη φωτογραφία, επάνω, επίσκεψη Μακαρίου στην Κένυα το 1971, από romfea.gr).

Η νεοσυντηρητική στροφή

Κάποιοι διερωτούνται γιατί η εκλογή Αρχιεπισκόπου σε μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, προκαλεί το ενδιαφέρον ακόμα και μεγάλων γεωπολιτικών παικτών.

Δείτε ακόμα – Κύπρος: Σύγκρουση Μόσχας – Φαναρίου ενόψει αρχιεπισκοπικών εκλογών

Γιατί, για παράδειγμα, οι Βρυξέλλες, η Ουάσιγκτον και η Μόσχα παρακολουθούν και ενδιαφέρονται να μάθουν ποιος θα μπορούσε να διαδεχθεί τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β’;

Ποιες πρωτοβουλίες αναπτύσσουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα διάφορα Πατριαρχεία της περιοχής, η Εκκλησία της Ελλάδας, αλλά και το Πατριαρχείο Μόσχας προς την κατεύθυνση αυτή;

Ολοι αναγνωρίζουν διεθνώς ότι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται – ακόμα και στον δυτικό κόσμο – μια νεοσυντηρητική στροφή, με αποτέλεσμα οι θρησκείες, και κυρίως οι ηγεσίες τους, να βλέπουν την επιρροή τους να’ αναβαθμίζεται.

Οσο απαξιώνεται η πολιτική και εξοβελίζεται ο ορθολογισμός στη διαχείριση και επίλυση των καθημερινών προβλημάτων, τόσο περισσότερο οι απλοί άνθρωποι καταφεύγουν στη μεταφυσική αναζητώντας θεόπεμπτες λύσεις. Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τους χριστιανούς. Είναι σχεδόν καθολικό και στον μουσουλμανικό κόσμο.

Οι σιίτες του ΙΡΑΝ έχουν αναλάβει την εξουσία στη χώρα, ελέγχουν μέρος του Ιράκ και επίσης κομμάτια της Συρίας και του Λιβάνου. Οι σουνίτες επιχείρησαν να φέρουν την αραβική άνοιξη με όχημα τη θεοκρατία (βλέπε Αίγυπτος και Αδελφοί Μουσουλμάνοι), ενώ ο Ερντογάν δείχνει ακλόνητος στην εξουσία από το 2001, ελέγχοντας μέσω του μουσουλμανισμού την πλειονότητα των τούρκων πολιτών.

Αναβάθμιση

Επιπλέον, η Εκκλησία της Κύπρου, αλλά και της Ελλάδας, διαχρονικά έχουν αναβαθμισμένο ρόλο στην περιοχή, υπό μορφή ανάληψης μιας ιστορικής αποστολής την οποία δεν μπορεί να επιτελέσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά το 1923, όταν καταργήθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία (1923) και ιδρύθηκε το Τουρκικό Κράτος.

Η Κυπριακή Εκκλησία ειδικά έχει στενή και ιδιαίτερη σχέση με τα γύρω Πατριαρχεία, όπως αυτά των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας. Σε αυτό, μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960, συνέβαλε και η οικονομική ευρωστία της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία μάλιστα κατά έναν ιδιότυπο τρόπο απέκτησε και την πολιτική εξουσία στη χώρα. Σε πολύ μεγάλο βαθμό τα ελληνόφωνα Πατριαρχεία της περιοχής συντηρούνται από τις Εκκλησίες της Ελλάδας και της Κύπρου.

Ο Μακάριος, ως πρόεδρος και ταυτόχρονα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, στήριξε οικονομικά όλα τα Πατριαρχεία της περιοχής. Επισκέφθηκε ακόμα και την Κένυα το 1970 στο πλαίσιο ανάληψης μιας τεράστιας ιεραποστολής για το μέγεθος της Κύπρου.

Στις 22 Μαρτίου 1971 μετέβη στο Ναϊρόμπι όπου κατέθεσε το θεμέλιο λίθο της Πατριαρχικής Σχολής και παράλληλα και της Τεχνικής Σχολής. Βάπτισε δημόσια χιλιάδες νεαρούς Κενυάτες ως ορθοδόξους χριστιανούς και κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας πήρε τ’ όνομά του.

Κρίση

Οι εισφορές ακόμα της Κυπριακής Εκκλησίας για ανοικοδόμηση ναών, αλλά και ολόκληρων Πατριαρχείων, είναι γνωστές, κτίζοντας έτσι πέρα από μια σχέση αδελφική και μια σχέση επιρροής. Κατά την εκκλησιαστική κρίση του 1972, η επιρροή αυτή της Κυπριακής Εκκλησίας φαίνεται πολύ καθαρά.

Για παράδειγμα, αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων συμμετείχε στη Mείζονα Σύνοδο την οποία συγκάλεσε ο Aρχιεπίσκοπος Κύπρου Mακάριος Γ΄, στις 14 Iουλίου 1973, με αφορμή την εκκλησιαστική κρίση που είχε δημιουργηθεί με τους τρεις μητροπολίτες, Πάφου Γεννάδιο (1959-1973), Kιτίου Ανθιμο (1951-1973) και Kυρηνείας Kυπριανό (1948-1973).

Σ’ αυτή συμμετείχαν, επίσης, μαζί με τον Aρχιεπίσκοπο Mακάριο, και οι Πατριάρχες Aλεξανδρείας Nικόλαος ΣT΄(1968- 1986) και Aντιοχείας Hλίας (1970-1977), με αρχιερείς των δύο θρόνων. Τελικά, η Σύνοδος αυτή καθαίρεσε τους τρεις μητροπολίτες, Γεννάδιο, Ανθιμο και Kυπριανό.

Παρόμοια εκκλησιαστική αντιπροσωπεία συμμετείχε και στη Δεύτερη Μείζονα Σύνοδο, που συγκάλεσε, στις 5 Aπριλίου 1982, ο Aρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος και η οποία ήρε την καθαίρεση του Πάφου Γενναδίου και συγχώρεσε τον αποθανόντα πρώην Kιτίου Ανθιμο. Στη Σύνοδο συμμετείχε ο Πατριάρχης Iεροσολύμων Διόδωρος και οι Πατριάρχες Aλεξανδρείας Nικόλαος ΣT΄ και Aντιοχείας Iγνάτιος με αρχιερείς των δύο Πατριαρχείων, όπως και οι κύπριοι ιεράρχες.

Μέσω αυτών των Πατριαρχείων, η Κυπριακή Εκκλησία κατάφερε στη συνέχεια να χειροτονήσει τους μητροπολίτες που χρειαζόταν για να μπορεί να λειτουργεί ως αυτοκέφαλη, προνόμιο που είχε αμφισβητηθεί από τον Μεσαίωνα, όταν το Βατικανό διά της Βούλλα Κύπρια στην ουσία υποβάθμισε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου.

Επιρροή

Με λίγα λόγια, μετά το 1960 η μικρή Κύπρος, σε μια περίοδο που το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως είναι εγκλωβισμένο και η Ρωσική Εκκλησία υποβαθμισμένη από το κομουνιστικό καθεστώς της ΕΣΣΔ, αναλαμβάνει ρόλους δυσανάλογους του εκτοπίσματός της, κάτι βεβαίως που ισχύει και σήμερα ως μια Εκκλησία με σημαντικό ρόλο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και της Αφρικής.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η πτώση του Κομουνισμού και η εργαλειοποίηση της θρησκείας από τη ρωσική κυβέρνηση, για επέκταση της επιρροής της μεταξύ των ορθοδόξων χριστιανών, κατέστησε την Κυπριακή Εκκλησία ακόμα πιο σημαντική για τη Δύση.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος της ΕΕ μετά το 2004, θα μπορούσε να προσφέρει πρόσθετα πλεονεκτήματα στην άσκηση θρησκευτικής διπλωματίας από την Εκκλησία. Η Εκκλησία της Κύπρου πάντως (τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα) δεν αντιλήφθηκε τις ανάγκες και τα συμφέροντά της με τη Δύση, παραμένοντας συναισθηματικά στραμμένη στην Ανατολή.

Η Ρωσία με κάθε τρόπο έκτισε διαύλους επικοινωνίας μ’ όλα τα Πατριαρχεία της περιοχής και επίσης ανέλαβε ιεραποστολές στην Αφρική, προσπαθώντας να υποβαθμίσει τις ελληνικές ιεραποστολές. Επιχείρησε αρχικά, και σε πολλές περιπτώσεις κατάφερε να περιορίσει την όποια επιρροή της Ελλαδικής και Κυπριακής Εκκλησίας, όπως κατάγγειλε ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας.

Στις 12 Ιανουαρίου 2022, η Σύνοδος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας κατήγγειλε το Πατριαρχείο της Μόσχας για δημιουργία Εξαρχίας στην Αφρική. Το Φανάρι χαρακτήρισε αντικανονική την εισπήδηση της Εκκλησίας της Ρωσίας στη δικαιοδοσία του παλαιφάτου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Η Σύνοδος εξέφρασε, ομόφωνα, την αδελφική προς το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας συμπαράσταση της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.

To μείζον ζήτημα μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σ’ ένα ενδεχόμενο σχίσμα, ενώ το θέμα έχει διεθνείς πολιτικές και διπλωματικές προεκτάσεις, καθώς άπτεται των κινήσεων της Ρωσίας που εκδηλώνονται ως απάντηση στις δυτικές πρωτοβουλίες στο θέμα της Ουκρανίας, οι οποίες κατέληξαν στη δημιουργία του Αυτοκεφάλου της Ουκρανικής Εκκλησίας, με προκαθήμενο τον μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιο.

Στην Κύπρο

Η διείσδυση της Ρωσίας βέβαια δεν περιορίστηκε στα παραδοσιακά Πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής, αλλά και στην ίδια την Ελλάδα και την Κύπρο.

Ειδικά στην Κύπρο, από τις αρχές του 21ου αιώνα η κάθοδος ρώσων επιχειρηματιών και η επένδυση δισεκατομμυρίων είχε ως επακόλουθο τη σταδιακή ανάπτυξη ισχυρής ρωσικής επιρροής σ’ όλα τα επίπεδα.

Σ’ αντίθεση με τη σοβιετική περίοδο, η ρωσική προπαγάνδα μετά την πτώση του κομουνισμού, περί σύμπλευσης όλων των ορθοδόξων κατά των Δυτικών, απέκτησε μεγαλύτερη αξιοπιστία. Στον ελληνικό χώρο, λόγω Χούντας και στην Κύπρο λόγω πραξικοπήματος και εισβολής, κακά τα οποία πιστώνονται στη Δύση και ειδικά στους Αμερικανούς, η ρωσική παρουσία, σε συνδυασμό με τεράστιες επενδύσεις εκ των οποίων οι περισσότερες ύποπτες, εδραιώθηκε.

Μητροπόλεις

Ορισμένες Μητροπόλεις, όπως αυτές της Λεμεσού, του Κύκκου και της Ταμασού έκτισαν ισχυρές σχέσεις και απέκτησαν τεράστιο όγκο οικονομικών συναλλαγών με ρώσους επιχειρηματίες. Η Κύπρος κατέστη ένας αξιόλογος προορισμός θρησκευτικού τουρισμού για εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσους. Πολλές ρωσικές εκκλησίες επίσης κτίστηκαν στην Κύπρο. Ακόμα, η ρωσική διπλωματική αποστολή στην Κύπρο μπορούσε ν’ αλωνίζει, όχι μόνο σε συνεργασία με ορισμένους ιεράρχες, αλλά απέκτησε πρόσβαση και στο ίδιο το Προεδρικό Μέγαρο.

Το θέμα κυριολεκτικά χόντρυνε, όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ανακήρυξε το αυτοκέφαλο της Ουκρανικής Εκκλησίας, κάτι που προκάλεσε αντιδράσεις στις φύλα προσκείμενες προς τους Ρώσους κυπριακές Μητροπόλεις. Μάλιστα, ο Κύκκου Νικηφόρος εξέδωσε ολόκληρο βιβλίο για να επιχειρηματολογήσει εναντίον της απόφασης του Οικουμενικού Πατριάρχη και να στηρίξει τη θέση του ρωσικού Πατριαρχείου ότι η Ουκρανική Εκκλησία δεν μπορεί να αυτονομηθεί, αλλά πρέπει να υπάγεται στη Ρωσική Εκκλησία, εκτός κι αν η Ρωσική Εκκλησία αποφασίσει αλλιώς.

Η εισβολή

Αρχικά, η συμπόρευση Ρωσίας – Τουρκίας στην εισβολή στη Συρία και στη συνέχεια η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία οδήγησαν στην αποδόμηση της ρωσικής προπαγάνδας στην Κύπρο και γενικά στον ελληνικό χώρο. Στην πρώτη περίπτωση έγινε κατανοητό ότι η Ρωσία δεν είναι προστάτιδα των ορθοδόξων, αλλά μέσω συμμαχιών, ακόμα και με την Τουρκία, εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Στη δεύτερη περίπτωση, η προσπάθεια της Ρωσίας ν’ αναγορευθεί σε προπύργιο προστασίας των ορθοδόξων κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος μετά την εισβολή, τους βομβαρδισμούς και τις εν ψυχρώ δολοφονίες ορθοδόξων Ουκρανών.

Σαφέστατα και τα γεγονότα αυτά έχουν αποδυναμώσει τη ρωσική προπαγάνδα στην Κύπρο και κυρίως τη διείσδυση του ρωσικού Πατριαρχείου σε διάφορες κυπριακές Μητροπόλεις. Από την άλλη, η τεράστια οικονομική επιφάνεια ορισμένων ρώσων επιχειρηματιών, που λειτουργούν ως δούρειοι ίπποι του Κρεμλίνου στην Κύπρο, φαίνεται να εξακολουθούν να κινούν νήματα, επιχειρώντας να προωθήσουν συγκεκριμένους ιεράρχες για τη διαδοχή του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου Β’.

Με βάση δημοσκόπηση που κυκλοφορεί, οι τρεις πιο δημοφιλείς ιεράρχες στην Κύπρο αυτή τη στιγμή είναι οι Κωνσταντίας Βασίλειος, Λεμεσού Αθανάσιος και Ταμασού Ησαΐας. Ποιος από τους τρεις μπορεί να στηρίξει καλύτερα τη μεγάλη παράδοση της Κυπριακής Εκκλησίας; Σίγουρα όχι ένας ιεράρχης ο οποίος επηρεάζεται από τη Ρωσική Εκκλησία και το Κρεμλίνο.

Εν κατακλείδι, οι αρχιεπισκοπικές εκλογές στην Κύπρο ενδιαφέρουν δυσανάλογα του εκτοπίσματός της ορισμένους ισχυρούς παίκτες. Η Εκκλησία της Κύπρου τις τελευταίες δεκαετίες έχει το δικό της έρεισμα στην ευρύτερη περιοχή και αυτό προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να διαφυλαχθεί.

Πηγή: politis.com.cy (Κρίτωνας Καψάλης)



in.gr