Παρασκευή, 19 Αυγούστου, 2022

Χρυσή Αυγή: Στο εδώλιο ξανά η εγκληματική οργάνωση

Πολιτική


Ενώπιων του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων θα βρεθούν στις 15 Ιουνίου οι καταδικασμένοι πρώην βουλευτές και στελέχη της ΧΑ, προκειμένου να δικαστούν σε δεύτερο βαθμό για την εγκληματική οργάνωση

Εξακόσιες δεκαέξι ημέρες μετά την ιστορική πλέον απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας, που ομόφωνα είχε κρίνει ότι η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση, έφτασε η ώρα που η δίκη-ορόσημο θα επαναληφθεί, μετά τις εφέσεις που έχουν ασκήσει οι καταδικασμένοι πρώην βουλευτές και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Στις 9 το πρωί της 15ης Ιουνίου 2022 οι δικαστές του Πενταμελούς Εφετείου της Αθήνας θα ανέβουν στην έδρα, στην αίθουσα τελετών του Εφετείου της Αθήνας, τη μεγαλύτερη δικαστική αίθουσα που υπάρχει και επελέγη ως τόπος διεξαγωγής του ποινικού δικαστηρίου, μετά και από σχετικό αίτημα της πολιτικής αγωγής για να καλυφθούν οι ανάγκες όλων των παραγόντων και να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης με τους ταχύτερους δυνατούς ρυθμούς. Η πρόεδρος του δικαστηρίου Σοφία Πανουτσακοπούλου θα κηρύξει την έναρξη της σημαντικής αυτής δίκης, στη διάρκεια της οποίας θα ακουστούν, όπως επιτάσσει ο νόμος, τα επιχειρήματα όλων των πλευρών, πριν οι φυσικοί δικαστές των κατηγορουμένων εκδώσουν την ετυμηγορία τους. Ετυμηγορία που αναμένουν όχι μόνο οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, καθώς από το αποτέλεσμά της εξαρτάται η προσωπική τους ελευθερία, αλλά και οι συγγενείς των θυμάτων και ολόκληρη η κοινωνία, όπως αποτυπώθηκε από την ηχηρή παρουσία χιλιάδων πολιτών, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας για να ακούσουν την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε λάβει και διεθνείς διαστάσεις.

Το διακύβευμα της πρώτης δίκης, που στηρίχτηκε σε ένα βαρύ κατηγορητήριο με βάση το οποίο σταθμίστηκαν, κρίθηκαν και αξιολογήθηκαν συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις – και όχι ιδεολογίες – που εμπίπτουν στον Ποινικό Κώδικα και τιμωρούνται από τον νόμο, αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ μεγάλο σε δικαστικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Η πρόεδρος του δικαστηρίου εκείνου, σημερινή αρεοπαγίτης Μαρία Λεπενιώτη, μαζί με τους εφέτες Ανδρέα Ντόκο και Γεσθημανή Τσουλφόγλου, αποφάνθηκαν, όπως περιγράφεται στις 12.746 (!) σελίδες που αριθμεί η πρωτοβάθμια απόφαση, ότι η Χρυσή Αυγή ήταν εγκληματική οργάνωση, απορρίπτοντας τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς και τα υπερασπιστικά επιχειρήματα όλων των κατηγορουμένων και κυρίως των μελών της πρώην κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος της Χρυσής Αυγής.

Το σκεπτικό των δικαστών

«ΤΑ ΝΕΑ», λίγο πριν ανοίξει η αυλαία της σημαντικής αυτής ποινικής δίκης, παρουσιάζουν αποσπάσματα από το σκεπτικό των δικαστών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με το μείζον ζήτημα της στοιχειοθέτησης του αδικήματος της εγκληματικής οργάνωσης, αλλά και αποσπάσματα από τη συγκλονιστική κατάθεση της Μάγδας Φύσσα για τη δολοφονία του γιου της Παύλου Φύσσα που, όπως αποδείχθηκε, ήταν η εγκληματική εκείνη ενέργεια που οδήγησε τις δικαστικές αρχές στην έρευνα και εν τέλει στη δίωξη, την παραπομπή και την (πρωτόδικη) καταδίκη πρώην βουλευτών και μελών της Χρυσής Αυγής.

«Η ναζιστική ιδεολογία των ηγετικών στελεχών, μελών, οπαδών, φίλων, υποστηρικτών της Χρυσής Αυγής, η οποία ουδέποτε αποκηρύχθηκε, αποτέλεσε το κίνητρο της εγκληματικής τους δράσης κατά εκείνων που επιλέγονταν ως αντιφρονούντες ως πολιτικοί και ιδεολογικοί τους αντίπαλοι ως και κατά των μεταναστών» αναφέρεται χαρακτηριστικά σε ένα απόσπασμα της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας.

Με βάση την απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2020 οδηγήθηκε στη φυλακή η ηγεσία της Χρυσής Αυγής, καθώς επτά πρώην βουλευτές κρίθηκαν ένοχοι ως διευθυντές εγκληματικής οργάνωσης, ενώ καταδικάστηκαν άλλοι 43 κατηγορούμενοι, μεταξύ αυτών και οι 11 πρώην βουλευτές του κόμματος, για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και κατά περίπτωση οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι για την τέλεση σοβαρότατων κακουργημάτων (ανθρωποκτονία Παύλου Φύσσα και απόπειρα ανθρωποκτονίας του αιγύπτιου αλιεργάτη Αμπουζίντ Εμπάρακ). Δεκάδες άλλα εγκλήματα, όπως η ανθρωποκτονία του πακιστανού εργάτη Σαχζάτ Λουκμάν, η απόπειρα ανθρωποκτονίας του φοιτητή Δημήτρη Κουσουρή, οι απόπειρες ανθρωποκτονιών κατά των μελών στο κοινωνικό στέκι Αντίπνοια, οι επικίνδυνες σωματικές βλάβες κατά των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ, κ.ο.κ., κρίθηκε ότι τελέστηκαν στα πλαίσια δράσης της εγκληματικής οργάνωσης και εντολής της ηγεσίας της.

Βασικά αποσπάσματα

«Το άρθρο 29 του Συντάγματος κατοχυρώνει την ελευθερία των Ελλήνων να ιδρύουν πολιτικά κόμματα και να μετέχουν σε αυτά, πλην όμως δεν μπορεί η επίκληση της πολιτικής ελευθερίας να δικαιολογήσει στην ελληνική έννομη τάξη την ύπαρξη μιας εγκληματικής οργάνωσης εσαεί υπό τον μανδύα του πολιτικού κόμματος, χωρίς καμία απολύτως δυνατότητα εφαρμογής του Ποινικού Νόμου με την αιτιολογία ότι σε επίπεδο συνταγματικού δικαίου δεν προβλέπεται απαγόρευση. Επομένως υπό την ορθή ερμηνεία του άρθρου 29 του Συντάγματος τα πολιτικά κόμματα δεν θα πρέπει να παρεμποδίζονται κατά την ενάσκηση της πολιτικής τους δραστηριότητας, τούτο όμως δεν μπορεί να ισχύει για τα εγκλήματα τα οποία διαπράττονται ακόμα και στο πλαίσιο μιας τέτοιας δραστηριότητας. Ετσι δεν παρεμποδίζεται η ποινικοποίηση όταν τα πολιτικά κόμματα παρεκκλίνουν της συνταγματικής τους αποστολής. Κατά κανόνα η φυσιογνωμία της εγκληματικής οργάνωσης δεν συμβαδίζει με την υπόσταση ενός κοινοβουλευτικού πολιτικού κόμματος, θεωρητικά όμως μία τέτοια δυνατότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Καίτοι η εγκληματική συμπεριφορά των μελών ενός τέτοιου κόμματος δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη διάλυσή του από πλευράς συνταγματικού δικαίου, ωστόσο ουδόλως εμποδίζεται ο ποινικός έλεγχος της συμπεριφοράς των μελών του ακόμη και με την εφαρμογή του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή της εγκληματικής οργάνωσης, εφόσον βέβαια συντρέχουν όλα τα αναγκαία για την πλήρωση της τυπικής μορφής του εγκλήματος αυτού στοιχεία.

Αν τα φυσικά πρόσωπα, ηγέτες, μέλη και οπαδοί αποκλίνουν από τον πολιτικό τους σκοπό και κινούνται προς διάπραξη εγκλημάτων, αν δηλαδή το κόμμα ή η πολιτική οργάνωση ή η ομάδα μεταλλαχθούν σε εγκληματική οργάνωση, τότε χωρεί η εφαρμογή του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο δικαστήριο και ειδικότερα από τις ανωμοτί καταθέσεις των παρισταμένων προσώπων για την υποστήριξη της κατηγορίας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως στο ακροατήριο, τα έγγραφα έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου τα οποία αναγνωρίστηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της έκθεσης, τις εργαστηριακές πραγματογνωμοσύνες και τις εργαστηριακές εξετάσεις, τις τεχνικές εκθέσεις που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, από την επισκόπηση των φωτογραφιών, από το βιντεοληπτικό υλικό που περιλαμβάνεται στα ηλεκτρονικά πειστήρια, από την προβολή και ακρόαση ψηφιακού υλικού σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Η ίδρυση

Η Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ως ολιγάριθμη ομάδα εθνικοσοσιαλιστικής επιμόρφωσης με επικεφαλής τον κατηγορούμενο Νικόλαο Μιχαλολιάκο, η οποία στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε πολιτικό σχηματισμό κατά τα πρότυπα του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος με την επωνυμία Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή.

Η ναζιστική ιδεολογία της οργάνωσης αποτυπώνεται σε έγγραφα της ίδιας της οργάνωσης από ιδρύσεώς της όπως ενδεικτικά (σ.σ.: στο σημερινό ένθετο αναφέρονται ελάχιστα στοιχεία, ενώ στην πολυσέλιδη απόφαση απαριθμούνται αναλυτικά ένα προς ένα τα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία):

n Το κείμενο του κατηγορουμένου Χρήστου Παππά με τίτλο Χρυσή Αυγή Ορκος 30/6/1983 που βρέθηκε στην οικία του μαζί με τα σύμβολα της ναζιστικής Γερμανίας.

n Το άρθρο του κατηγορουμένου Νικολάου Μιχαλολιάκου με τον τίτλο «Χίτλερ για χίλια χρόνια». Συνέντευξη του ίδιου όπου αναφέρει «Το ιδεολογικό υπόβαθρο του Λαϊκού Συνδέσμου είναι ο εθνικοσοσιαλισμός. Εν πάση περιπτώσει υιοθετώντας μία αναλογική του ρήση θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο εθνικοσοσιαλισμός είναι το φυσικότερο των πολιτευμάτων συμπεριλαμβανομένων όλων των άλλων. Τούτο σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε τον δήθεν εγκληματικό χαρακτήρα που προσάπτετε στην ιδεολογία μας εσείς οι δημοκράτες. Το μόνο έγκλημα του εθνικοσοσιαλισμού ήταν η ήττα του σε έναν πόλεμο που εξύφαναν, προκάλεσαν, επέβαλαν και κήρυξαν οι εχθροί του. Τι είναι ρατσισμός; Είναι το καθήκον να υπερασπίζεσαι την ιδιαίτερη φυλετική και πολιτική σου ταυτότητα. Ο εθνικοσοσιαλισμός ηττήθηκε σε μία μεγάλη μάχη, ο ιστορικός του ρόλος όμως παραμένει ενεργός και ήδη επανέρχεται στο προσκήνιο».

n Αρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό «Χρυσή Αυγή» το έτος 1988, με τίτλο «Η ιστορία του εθνικοσοσιαλισμού» όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «τα SS αποτέλεσαν τον πρώτο συνειδητό ευρωπαϊκό στρατό υπερασπιστή της φυλής και του πολιτισμού μας».

n Ιδεολογική διακήρυξη που είναι κείμενο αμιγώς εθνικοσοσιαλιστικό, όπως και ο μεγάλος αριθμός φωτογραφιών, εγγράφων, βίντεο του Αδόλφου Χίτλερ και των SS με ναζιστικά σύμβολα, ναζιστικές σημαίες, στρατιωτικές στολές των ναζί.

Η ναζιστική αυτή ιδεολογία δεν άλλαξε το 1992, ούτε οι υποστηρικτές αυτής απομακρύνθηκαν, όπως αβάσιμα οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται. Τούτο άλλωστε σαφώς προκύπτει από δηλώσεις, έγγραφα, φωτογραφίες, βίντεο, ναζιστικά σύμβολα, ναζιστικό χαιρετισμό, ομιλίες εντός των γραφείων αλλά και δημόσια.

Τη ναζιστική ιδεολογία τους ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής την καθιστούσαν εμφανή, πλην άλλων και με δερματοστιξία όπως ο ναζιστικός αετός, η σβάστικα, το Sieg Heil και με άλλους τρόπους μεταξύ των οποίων και η εκπαίδευση ενηλίκων με το Χάιλ Χίτλερ. Η ναζιστική αυτή ιδεολογία των ηγετικών στελεχών, μελών, οπαδών, φίλων, υποστηρικτών της Χρυσής Αυγής, η οποία ουδέποτε αποκηρύχθηκε, αποτέλεσε το κίνητρο της εγκληματικής τους δράσης κατά εκείνων που επιλέγονταν ως αντιφρονούντες, ως πολιτική και ιδεολογική τους αντίπαλοι, ως και κατά των μεταναστών.

Το καταστατικό

Στις 30 Αυγούστου 2012, ήτοι σχεδόν δύο μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές Μαΐου και Ιουνίου 2012, κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου το καταστατικό του πολιτικού κόμματος με την επωνυμία Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή. Σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 αυτού, τα όργανα της κεντρικής οργάνωσης του κόμματος κατά τη σειρά της κομματικής ιεραρχίας αυτού είναι:

1. Το συνέδριο του κόμματος, 2. Ο γενικός γραμματέας του κόμματος, 3. Η κεντρική επιτροπή του κόμματος, 4. Το πολιτικό συμβούλιο του κόμματος, 5. Η επιτροπή δεοντολογίας του κόμματος, 6. Η επιτροπή ελέγχου οικονομικών του κόμματος, 7. Η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων νέων μελών, ενώ στην παράγραφο 2 ορίζεται ότι οι αποφάσεις των ανώτερων ιεραρχικά οργάνων δεσμεύουν τα υφιστάμενα ιεραρχικά όργανα, οι δε αποφάσεις των οργάνων της κεντρικής οργανώσεις του κόμματος δεσμεύουν τα περιφερειακά όργανα αυτού, εφαρμόζονται υποχρεωτικά από όλα τα κομματικά όργανα καθώς και από τα μέλη του κόμματος.

Η ιεραρχική δομή

(…) Κύριο χαρακτηριστικό της εγκληματικής οργάνωσης η οποία εκκολάφθηκε στους κόλπους του πολιτικού σχηματισμού και μετέπειτα πολιτικού κόμματος με την επωνυμία Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή και δραστηριοποιείται υπό την κάλυψή του ήταν η ιεραρχική δομή της με επικεφαλής τον αρχηγό της κατηγορούμενο Νικόλαο Μιχαλολιάκο, στη συνέχεια τους βουλευτές του κόμματος, οι οποίοι είχαν οριστεί και περιφερειάρχες, σε συνενωμένες μεγάλες εκλογικές περιφέρειες για τον συντονισμό των δράσεων, και τέλος τους υπεύθυνους κάθε τοπικής οργάνωσης που αποκαλούνταν πυρηνάρχες και προέρχονταν από τους επικεφαλής των πρώτων μικρών ομάδων οπαδών και φίλων του κόμματος, που αργότερα διευρύνθηκαν και αναβαθμίστηκαν σε τοπικές οργανώσεις. Η εγκληματική της δράση που σκοπό είχε την διά της βίας αντιμετώπιση των αλλοδαπών, των ιδεολογικών αντιπάλων, των αντιφρονούντων και διά του τρόπου αυτού την επιβολή και διάδοση πολιτικών ιδεών και θεωριών εκδηλωνόταν μέσω τοπικών οργανώσεων και πάντα υπό την καθοδήγηση ανωτέρου στην ιεραρχία στελέχους της. Ο επικεφαλής της τοπικής οργάνωσης, πυρηνάρχης μετά τον Μάιο του 2012, οπότε η εγκληματική οργάνωση ως πολιτικό κόμμα εισήλθε στη Βουλή, αναφερόταν απευθείας στον τοπικό βουλευτή περιφερειάρχη και αυτός ακολούθως στην ανώτατη ηγεσία αυτής. Στο καταστατικό που κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 του άρθρου 26 ορίζεται ότι: «οι τοπικές οργανώσεις αναλαμβάνουν τη διοργάνωση και το συντονισμό των κομματικών δράσεων σε τοπικό επίπεδο, εποπτεύονται και ελέγχονται από την κεντρική επιτροπή του κόμματος».

Η ιεραρχική δομή της Χρυσής Αυγής ήταν τέτοια, ώστε να εξασφαλίζει όχι μόνο ότι κάθε κατώτερο όργανο θα υπακούει στις εντολές του ανώτερου, αλλά περαιτέρω ότι καμία κομματική ενέργεια δεν γινόταν, χωρίς την ρητή εκ των προτέρων εντολή του ανώτερου οργάνου, που φτάνει μέχρι την κεντρική διοίκηση. Η αρχή αυτή επαναλαμβάνεται από τα στελέχη της οργάνωσης και αποτελεί αντικείμενο εγκυκλίων. Η ιεραρχική δομή της Χρυσής Αυγής επιτάσσει περαιτέρω την διαρκή λογοδοσία των κατώτερων οργάνων στην κεντρική διοίκηση, η οποία ενημερώνεται αδιάλειπτα για όλες τις δράσεις εξελίξεις και αλλαγές στα πλαίσια μιας τοπικής οργάνωσης, μέσω μηνιαίων αναφορών, υπογεγραμμένων από τον τοπικό γραμματέα. Απευθείας επικοινωνία απλού μέλους, ή και κατώτερου οργάνου, με την κεντρική διοίκηση παρακάμπτοντας ενδιάμεσο όργανο απαγορεύεται ρητά, αφού κάτι τέτοιο θα παραβίαζε την ιεραρχία. Η ανάγκη απόλυτης πειθαρχίας στην ιεραρχία συνέχισε και μετά την είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή. Ετσι στην από 23 Απριλίου 2013 υπ’ αριθμόν 20 εγκύκλιο, που υπογράφεται από τον Χρήστο Παππά, με εντολή γενικού γραμματέα κοινοποιούμενης στο πολιτικό συμβούλιο, την κεντρική επιτροπή, τις περιφερειακές και τοπικές οργανώσεις, τους πυρήνες και τα μέλη του συνεδρίου αναφέρεται: «Γίνεται κατανοητό ότι η περαιτέρω επιτυχής πορεία του κινήματος θα εξαρτηθεί από την συμπαγή, αρραγή και καλά δομημένη οργανωτική του μορφή. Συνεπώς από εδώ και στο εξής όλες οι διαδικασίες θα προωθούνται μέσα από τα διοικητικά όργανα χωρίς καμία παρέκκλιση. Θα θεωρείται επομένως παράπτωμα η νοοτροπία, καθώς και οι ενέργειες ελαχίστων, οι οποίοι κινούνται εξωθεσμικά, και χρησιμοποιούν το όνομα του αρχηγού ή ισχυρίζονται ότι ήρθαν σε απευθείας συνεννόηση με τον αρχηγό. Θα πρέπει να λειτουργήσουμε με τα όργανα του κινήματος σαν ένας πολιτικός απελευθερωτικός στρατός του εθνικισμού και να εφαρμόσουμε πιστά την πάγια αρχή του στρατιωτικού δόγματος που λέγεται απαρέγκλιτη πίστη και υπακοή στην ιεραρχία».

(…) Οι εντολές της κεντρικής διοίκησης αφορούν όχι μόνο τη γενική κατεύθυνση των δράσεων των κατώτερων οργάνων, αλλά κάθε λεπτομέρεια της δράσης της οργάνωσης, τόσο στο ιδεολογικό, όσο και στο πρακτικό πεδίο αφού η κεντρική διοίκηση με εγκυκλίους της καθορίζει εκ των προτέρων ακόμα και το τι θα κρατάνε τα μέλη κατά τη διάρκεια της ετήσιας πορείας στα Ιμια το 2013.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα επιβεβαιώνουν πλήρως στην ιεραρχία από τον αρχηγό μέχρι τον τελευταίο υποστηρικτή και την απαρέγκλιτη τυφλή και απόλυτη πειθαρχία των κατώτερων στους ανώτερους, χωρίς δικαίωμα έκφρασης, αντιλογίας, ακόμα και απορίας, πειθαρχία απαραίτητη για την υλοποίηση των καταστατικών σκοπών και στόχων της εγκληματικής οργάνωσης.

Η αρχή του αρχηγού

Η αρχή του αρχηγού αποδεικνύεται ότι διαπερνά την ιεραρχική δομή της εγκληματικής οργάνωσης από την αρχή της ίδρυσής της. Ο γενικός γραμματέας, ο αρχηγός, ο ανώτατος ηγέτης, ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος έχει την απόλυτη, απεριόριστη και αδιαμφισβήτητη εξουσία ως και την απόλυτη ευθύνη των τελικών αποφάσεων. Η πίστη στον αρχηγό ανάγεται σε επίπεδο μεταφυσικής, εκδηλώνεται δε πανηγυρικά και με τη διαδικασία του Ορκου.

(…) Η μετεξέλιξη ενός πυρήνα σε τοπική οργάνωση, το άνοιγμα των γραφείων, η συγκρότηση του πενταμελούς συμβουλίου διοίκησης ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη της κεντρικής διοίκησης, η οποία εκπροσωπείτο ανά πάσα στιγμή από τον εκάστοτε υπεύθυνο περιφέρειας. Η κεντρική διοίκηση ήξερε λοιπόν από τους επικεφαλής και τα μέλη των τοπικών, έστελνε οδηγίες και ελάμβανε γνώση για οποιαδήποτε πράξη των τοπικών, και καμία τοπική δεν άνοιγε καν, αν δεν είχε την έγκριση του αρχηγού προσωπικά και του πολιτικού συμβουλίου.

(…) Από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι κάθε παραβίαση της ιεραρχίας επέσυρε πειθαρχικές ποινές για μέλη, τα οποία δεν παρακολουθούσαν εντολή που δόθηκε από ανώτερο όργανο. Οι πειθαρχικές ποινές περιελάμβαναν ακόμα και τον αποκλεισμό του αποπεμφθέντος από όλα τα γραφεία.

Η επιχειρησιακή δράση

(…) Η επιχειρησιακή δράση της Χρυσής Αυγής έναντι τρίτων υλοποιείτο από επίλεκτες ομάδες στελεχών, μελών, υποστηρικτών που ασπάζονταν τους σκοπούς της και την ιδεολογία της, για την οποία τακτικές ήταν οι ιδεολογικού προσανατολισμού επιμορφωτικές συναντήσεις, όπου αναλύονται θέματα σχετικά με τις απόψεις και τους στόχους της Χρυσής Αυγής από ειδικούς ομιλητές. Πρόκειται για ομάδες προσώπων που συμμετείχαν σε παραστρατιωτικές εκπαιδεύσεις, έφεραν ομοιόμορφη στρατιωτική ενδυμασία, κατείχαν σχεδόν όλοι παράνομα όπλα και επιτίθεντο σε συγκεκριμένες ομάδες – στόχους.

Η ρητορική μίσους δεν εξαντλείτο σε δηλώσεις και ομιλίες βουλευτών και στελεχών, αλλά συναντάτο και σε προκηρύξεις, ανακοινώσεις, άρθρα στην εφημερίδα και το περιοδικό της Χρυσής Αυγής, όπως και στην ιστοσελίδα της. Ειδικότερα στο περιοδικό «Χρυσή Αυγή» Δεκεμβρίου 1987 σε ανακοίνωση προς τους έλληνες μαθητές υπήρχε η ακόλουθη αναφορά «(…) Μην ξεχνάς πως με τον κομμουνιστή δεν συζητάς, τον πολεμάς μέχρι θανάτου».

Η δημόσια αυτή ρητορική μίσους του αρχηγού της ηγετικής ομάδας και των υψηλόβαθμων στελεχών του κόμματος Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή απέναντι σε όσους σκέφτονται διαφορετικά, απέναντι σε πολιτικούς αντιπάλους, αντιφρονούντες, μετανάστες, απέναντι σε κατηγορίες ανθρώπων που ανήκουν στους χαρακτηρισμένους εχθρούς τους, καλλιεργούσαν την ιδέα και την πράξη της φυλετικής υπεροχής, διαμόρφωναν, σκόπιμα και όχι τυχαία, σε ορισμένους οπαδούς, μέλη και στελέχη του αντίστοιχη συνείδηση εξουδετερώνοντας τους ηθικούς φραγμούς και τις αναστολές τους.

Δράστες των εγκληματικών αυτών πράξεων ελεγχόμενοι πλήρως από το κόμμα και τα ιδεολογικά του όργανα και δρώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του κόμματος και της πολιτικής τους ιδεολογίας, μετά από κάθε μία αξιόποινη πράξη που τελούσαν θεωρούσαν ότι προσέφεραν εξαιρετική υπηρεσία στην πατρίδα και στο κόμμα τους, ότι επιτύγχαναν νίκη στη μάχη του εθνικιστικού κινήματος, πίστευαν δε ότι μέσω της παράνομης και εγκληματικής τους δράσης μετατρέπονται σε άτομα σημαντικά και υπολογίσιμα.

Επιθέσεις μεθοδευμένες οργανωμένες

Οι δράστες αυτοί, ανεξάρτητα εάν πρόκειται για μέλη του κόμματος κατά την τυπική του όρου έννοια, υποστηρικτές οπαδούς και φίλους του κόμματος, αφού για το κόμμα όλα αυτά τα άτομα είναι ενεργά και ισότιμα μεταξύ τους, σε όλα τα περιστατικά βίας, που αναφέρονται, δεν έδρασαν αυτοβούλως αλλά προγραμματισμένα και οργανωμένα, κατά κανόνα, όλοι μέλη ταγμάτων εφόδου κάποιας τοπικής οργάνωσης, κυρίως δε εκείνων της Νίκαιας, του Περάματος και του Πειραιά, πάντοτε υπό την καθοδήγηση κάποιου βουλευτή του κόμματος ή άλλου ηγετικού στελέχους. Ενεργούσαν εξ ονόματος και για λογαριασμό του κόμματος, όπως δηλώνουν άλλωστε και κατά τις επιθέσεις τους, όπως έγινε κατά τις επιθέσεις αυτών στον κοινωνικό χώρο Αντίπνοια, σε βάρος των αιγύπτιων αλιεργατών, σε βάρος των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ, στον κοινωνικό χώρο Συνεργείο και αλλού εφαρμόζοντας πιστά τις ιδεολογικές αρχές και τις ιδεολογικές διακηρύξεις του αρχηγού, των βουλευτών και υψηλόβαθμων στελεχών, τις οποίες προέβαλλαν με κάθε ευκαιρία και σε κάθε εκδήλωση.

Από την ίδρυσή του το κόμμα της Χρυσής Αυγής είχε σημειώσει επιχειρησιακή δράση που συνίστατο σε επιθέσεις μεθοδευμένες και οργανωμένες σε βάθος χρόνου κατά πολιτικών αντιπάλων, μεταναστών, αντιφρονούντων, στοχοποιημένων ημεδαπών που είχαν αντίθετη ιδεολογία από αυτή της Χρυσής Αυγής».

Από τη δολοφονία Φύσσα στην εξάρθρωση και στην καταδίκη

«Οι κατηγορούμενοι είχαν ενεργό παρουσία στο χώρο καθ’ όλη τη διάρκεια του συμβάντος αφού όλοι μαζί έτρεξαν κατά του Παύλου Φύσσα από την καφετέρια Κοράλλι στην οδό Παναγή Τσαλδάρη, φώναζαν, έβριζαν τρομοκρατούσαν τον Παύλο Φύσσα, από τα άτομα αυτά τροφοδοτούνταν εκείνοι που χτυπούσαν τον Παύλο Φύσσα, δεν ήταν δηλαδή αποκομμένοι και στην ουσία είχαν αποκλείσει τη διαφυγή του. Χωρίς τα άτομα αυτά ο Ρουπακιάς δεν θα πήγαινε μόνος του στην καφετέρια Κοράλλι, δεν θα τολμούσε μόνος του να μαχαιρώσει εν ψυχρώ τον Φύσσα με τον οποίο δεν είχε καμία διαφορά. Τα άτομα αυτά συγκροτήθηκαν, εξοπλίστηκαν ενημερώθηκαν για τον σκοπό τους, ότι πάνε για μάχη, είχαν συναίσθηση ότι θα συγκρουστούν και θα κάνουν χρήση των όπλων που είχαν στην κατοχή τους, όπως έκανε και ο Ρουπακιάς, αποδεχόμενοι ως ενδεχόμενο το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου του Φύσσα. Οι κατηγορούμενοι ασφαλώς και μπορούσαν να αποτρέψουν το θανατηφόρο αποτέλεσμα, αν πράγματι δεν συμφωνούσαν με αυτό, και δεν το αποδέχονταν, έστω και ως ενδεχόμενο, λόγω της αριθμητικής τους υπεροχής, η οποία τους επέτρεπε να συγκρατήσουν τον δράστη και να τον παρεμποδίσουν αποτελεσματικά από την τέλεση της πράξεώς του βλέποντάς τον να βγαίνει από το αυτοκίνητό του κρατώντας εμφανώς το μαχαίρι. Η συμμετοχή τους στην εγκληματική πράξη σε βάρος του Παύλου Φύσσα εντοπίζεται όχι μόνο στην ενεργή παρουσία τους στον χώρο των επεισοδίων και την παροχή ψυχικής συνδρομής στον δράστη, αλλά και στην προετοιμασία του εδάφους για την καίρια και μοιραία παρέμβαση του Γιώργου Ρουπακιά, τον οποίον και όλοι ανέμεναν, όπως αποδεικνύεται από τις συνθήκες που είχαν διαμορφώσει στον τόπο του εγκλήματος, όπως απειλές, ύβρεις, προπηλακισμοί, κάτοχοι ροπάλων, ομαδικές επιθέσεις και γενικά κλίμα τρομοκρατίας. Οταν ο Ρουπακιάς ολοκλήρωσε την ανθρωποκτόνο δράση του όλοι οι κατηγορούμενοι, συνεργοί της ανθρωποκτονίας, η συμπεριφορά των οποίων καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα ας σημειωθεί ότι ουδόλως επηρεάστηκε από την παρουσία της αστυνομίας ή παρεμποδίστηκε από αυτήν, διαλύθηκαν και σκόρπισαν προς τα γύρω στενά. Αλλεπάλληλες τηλεφωνικές κλήσεις όπως προκύπτει και από σχετικό διάγραμμα καταγράφηκαν μεταξύ των κατηγορουμένων χρυσαυγιτών λίγο πριν και μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, εκτός από το χρονικό διάστημα 23.58 έως 00.04.46, κατά το οποίο δεν υπάρχει καμία κλήση μεταξύ των κατηγορουμένων. Για έξι περίπου λεπτά κανένας από τους κατηγορουμένους ούτε πραγματοποιεί, ούτε δέχεται καμία κλήση, διότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα εξελίσσεται η επίθεση στον Παύλο Φύσσα που ολοκληρώθηκε με την ανθρωποκτονία του. Ολοι οι κατηγορούμενοι αναφορικά με το περιεχόμενο των πολλαπλών συνομιλιών τους προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς, όπως ότι μιλούσαν για το σωματείο στη ζώνη του Περάματος, για το ποδόσφαιρο, για καναρίνια, για τρικάκια, για την ομιλία του αρχηγού κ.ά. Με βάση την κοινή πείρα και λογική, το περιεχόμενο των αλλεπάλληλων τηλεφωνικών συνομιλιών μεταξύ των κατηγορουμένων και με άλλα μέλη της Χρυσής Αυγής λίγο πριν την ώρα της κινητοποίησης του τάγματος εφόδου καθώς και λίγο μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα είχε σχέση με την οργάνωση, εκτέλεση της εγκληματικής δράσης του τάγματος εφόδου, ακολούθως συγκάλυψης και αποφυγής συλλήψεως των μελών των κατηγορουμένων και οπωσδήποτε δεν αφορούσε τα επικαλούμενα από αυτούς άσχετα και όλως επουσιώδη θέματα. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι μετά τον εντοπισμό του Παύλου Φύσσα, ο οποίος ήταν στόχος της Χρυσής Αυγής, στην καφετέρια Κοράλλι κατ’ εφαρμογή των καταστατικών αρχών της ενεργοποιήθηκε ο κομματικός μηχανισμός της Χρυσής Αυγής και εκτυλίχθηκε ένα οργανωμένο σχέδιο επίθεσης για τη φυσική εξόντωση αυτού. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι αμέσως μετά την ανθρωποκτονία του Παύλου Φύσσα επακολούθησε από την ηγεσία και επιφανή στελέχη της Χρυσής Αυγής η επιχείρηση συγκάλυψης.

Επίθεση κατά αιγύπτιων αλιεργατών

Το απόγευμα της 11ης Ιουνίου 2012 ο κατηγορούμενος Ιωάννης Λαγός σε ομιλία του στο καφέ Αίνιγμα στο Πέραμα δήλωσε ότι «έχουμε γίνει δέκτες παραπόνων για κάποια θέματα που υπάρχουν εδώ στην ιχθυόσκαλα στο Κερατσίνι με όλα αυτά τα θέματα που υπάρχουν με τους Αιγυπτίους που μπαίνουν, που πουλάνε τα ψάρια τους, όπως θέλουν, που τα παίρνουν από όπου και όπως θέλουν και δεν δίνουν λογαριασμό σε κανέναν, λοιπόν εμείς τους λέμε ότι από δω και πέρα θα δίνουν λογαριασμό στη Χρυσή Αυγή και στους έλληνες πολίτες». Με τη δήλωσή του αυτή ο Λαγός δεν στοχοποίησε γενικά τους ξένους ως ομάδα, αντίθετα εξειδίκευσε τον στόχο μιλώντας για τους αιγύπτιους αλιεργάτες και μάλιστα αναφέρθηκε σε αυτούς που πωλούν τα ψάρια τους, όπως θέλουν και κάνουν ό,τι θέλουν στην ιχθυόσκαλα στο Κερατσίνι. Το βράδυ, λίγες ώρες μετά τη δήλωση του Λαγού έγινε και η επίθεση σε βάρος των αιγύπτιων αλιεργατών. Το modus operandi της εν λόγω επίθεσης έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά, ήτοι πρόκειται για επίθεση πολυπρόσωπη, με αριθμό δραστών υπέρτερο έναντι του θύματος, οργανωμένη με επικεφαλής, προσχεδιασμένη με δράστες που φορούν μπλούζες της Χρυσής Αυγής που ξέρουν πού πηγαίνουν, που είναι ήδη εξοπλισμένοι με τα αντικείμενα που χρειάζονται: ξύλα, ρόπαλα σίδερα, πυροσβεστήρας, δρουν γρήγορα, έρχονται και φεύγουν με παράγγελμα και κυρίως δηλώνουν την πολιτική τους ταυτότητα. Οι κατηγορούμενοι κατά την παραμονή τους στο αστυνομικό τμήμα για να προστατεύσουν το κόμμα τους έκρυψαν τις μπλούζες της Χρυσής Αυγής που φορούσαν με αποτέλεσμα στις φωτογραφίες της σύλληψης να εικονίζονται με ρούχα που φορούσαν τη νύχτα της επίθεσης. Επίσης, ήταν σε συνεννόηση μεταξύ τους για το τι θα καταθέσουν. Η επίθεση αυτή σε βάρος των αιγύπτιων αλιεργατών είχε κίνητρο ρατσιστικό, ήταν οργανωμένη από τη Χρυσή Αυγή, στα πλαίσια των στόχων και των σκοπών της, με τη συνδρομή των μελών της τοπικής οργάνωσης του κόμματος στη Νίκαια. Η επίθεση ήταν γνωστή στην ηγεσία της Χρυσής Αυγής, όπως παραδέχτηκε απολογούμενος και ο κατηγορούμενος Νικόλαος Μίχος, ο οποίος ανέφερε ότι εξ αυτού του γεγονότος ζήτησε ο ίδιος να γίνουν διαγραφές που δεν έγιναν ποτέ.

Συμμετοχή βουλευτών σε εγκληματική οργάνωση

Για τους βουλευτές που καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι εντάχθηκαν στην οργάνωση από το 2008 και μετά και συμμετείχαν αδιαλείπτως στην επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή, η οποία αρχικά είχε ιδρυθεί από τον Νικόλαο Μιχαλολιάκο, κατά τη δεκαετία του 1980, ως πολιτική οργάνωση, και στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε πολιτικό κόμμα με την ίδια ονομασία. Κύρια χαρακτηριστικά της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, κατά την εκδήλωση της διαρκούς εγκληματικής της δράσης ήταν η ιεραρχική δομή της με επικεφαλής και απόλυτο κυρίαρχο τον Νικόλαο Μιχαλολιάκο ως γενικό γραμματέα, αρχηγό και εκπρόσωπο της κοινοβουλευτικής ομάδας ως πολιτικού κόμματος, τους βουλευτές περιφερειάρχες και τον υπεύθυνο κάθε τοπικής οργάνωσης-πυρηνάρχη. Ο πυρηνάρχης από τον μήνα Μάιο του έτους 2012, οπότε η εγκληματική αυτή οργάνωση ως πολιτικό κόμμα συμμετέχει στο ελληνικό κοινοβούλιο, αναφερόταν απευθείας στον τοπικό βουλευτή και αυτός με τη σειρά του στην ηγεσία της εγκληματικής οργάνωσης, από την οποία ελάμβανε την εντολή ή την έγκριση για την εκδήλωση οποιασδήποτε αξιοποίνου δράσεως ή την τέλεση οποιουδήποτε εγκλήματος. Επιχειρησιακά δομημένη η διαρκής εγκληματική δράση της, η οποία είχε σκοπό την αντιμετώπιση διά της βίας των αντιφρονούντων αλλοδαπών, αλλά και όσων θεωρούνταν σοβαροί ιδεολογικοί εχθροί της, και κατ’ επέκταση τη βίαιη επιβολή των πολιτικών ιδεών της, εκδηλωνόταν μέσω των τοπικών οργανώσεων και πάντοτε υπό την καθοδήγηση ανώτερου στην ιεραρχία στελέχους με βάση οργανωμένο σχέδιο, το οποίο εκτελούσαν τα μέλη των ομάδων κρούσεως, τα επονομαζόμενα τάγματα εφόδου, που λειτουργούσαν υπό την αιγίδα των τοπικών οργανώσεων, τα μέλη των οποίων είχαν ιδιαίτερα σωματικά προσόντα και κατάλληλη εκπαίδευση, προσομοιάζουν με εκείνη των ανδρών των επίλεκτων ειδικών μονάδων των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, δρούσαν δε οργανωμένα και συντεταγμένα τηρώντας απαρέγκλιτα τις σχετικές εντολές και οδηγίες του στις εκάστοτε εγκληματικής δράσεως.

Η διαρκής εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής εκδηλώθηκε τουλάχιστον από το έτος 2008 μέχρι και το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2013, οπότε και εξαρθρώθηκε από τις αρμόδιες προς τούτο υπηρεσίες του κράτους.

H σύμβαση του Παλέρμο και η ελληνική νομοθεσία

Αναφορικά με το ζήτημα εάν το έγκλημα που τυποποιείται στο άρθρο 187 παράγραφος 1 του Ποινικού Κώδικα (εγκληματική οργάνωση) αντιστοιχεί προς την έννοια του οργανωμένου εγκλήματος, όπως αυτό ορίζεται, μεταξύ άλλων, στη σύμβαση του Παλέρμο σύμφωνα με την οποία απαιτείται σκοπός πορισμού οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους, σημειώνεται ότι η απορρέουσα από τις διεθνείς συμβάσεις υποχρέωση συμμόρφωσης του Εθνικού νομοθέτη, όπως εν προκειμένω, δεν έχει την έννοια ότι αυτός οφείλει να ακολουθήσει πιστά το γράμμα των διατάξεών τους. Οφείλει οπωσδήποτε, ως ελάχιστο, να προσαρμόσει την εσωτερική νομοθεσία σε αυτό, χωρίς να υποχρεώνεται να περιοριστεί σε μόνο τούτο, όταν κατά την εκτίμησή του οι ανάγκες της χώρας επιβάλλουν να τεθεί σε ισχύ προς την κατεύθυνση των συμβάσεων ένα ευρύτερο κανονιστικό βεληνεκές. Αλλωστε ο ορισμός της εγκληματικής οργάνωσης που διατυπώνει η σύμβαση του Παλέρμο αφορά αποκλειστικά τους σκοπούς της σύμβασης αυτής, δηλαδή την προαγωγή της συνεργασίας για την πιο αποτελεσματική πρόληψη και καταστολή του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος. Συνεπώς, επιβάλλει μεν η σύμβαση την τιμωρία προσώπων, που συστήνουν ή  συμμετέχουν σε εγκληματικές οργανώσεις, στόχος των οποίων είναι ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους, ουδόλως όμως αποκλείει την εξίσου αυστηρή τιμωρία των προσώπων που συστήνουν ή συμμετέχουν σε εγκληματικές οργανώσεις, οι οποίες δρουν με διαφορετικά κίνητρα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η ύπαρξη οικονομικού κινήτρου δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ποινικού χαρακτηρισμού μιας ομάδας ως εγκληματικής οργάνωσης, διότι αυτό θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την ουσιαστική ατιμωρησία όσων συμμετέχουν σε ομάδες που διαπράττουν εγκλήματα από μίσος εθνικό, πολιτικό, φυλετικό, θρησκευτικό, σεξουαλικού προσανατολισμού ή άλλης κατάστασης. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι σύμφωνα με τους οποίους απαραίτητο στοιχείο κατάφασης του αδικήματος της εγκληματικής οργάνωσης είναι η επιδίωξη οικονομικού οφέλους, όπως αυτό προσδιορίζεται στη σύμβαση του Παλέρμο, και απαραίτητο στοιχείο της κατηγορίας για την ένταξη σε εγκληματική οργάνωση είναι η περιγραφή της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, κατά τόπο, χρόνο, πρόσωπα και λοιπές περιστάσεις τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι».

Το modus operandi της οργάνωσης

1. Πολλοί δράστες εναντίον λίγων ή ενός θύματος.

2. Θύματα που στοχοποιούνταν με κριτήριο την αντίθετη ιδεολογία με τη Χρυσή Αυγή (χωρίς δηλαδή να έχουν προσωπική γνωριμία ή προσωπικά προηγούμενα με τους δράστες), μετανάστες, ιδεολογικοί και πολιτικοί αντίπαλοι. Οι επιθέσεις πραγματοποιούνταν όταν τα θύματα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση σωματικά, αριθμητικά.

3. Ομοιόμορφη ενδυμασία. Συνήθως οι δράστες φορούσαν μαύρα ρούχα ή και μπλούζες με το ίδιο το σήμα της Χρυσής Αυγής.

4. Οπλισμός, όπως κλομπ, ρόπαλα και μαχαίρια.

5. Εκ των προτέρων η χωροχρονική και η ιεραρχική οργάνωση της επίθεσης. Οι επιθέσεις ήταν πάντα σχεδιασμένες από πριν ώστε να επιτύχουν τον μέγιστο αιφνιδιασμό, αλλά και να αποφευχθεί η σύλληψη των δραστών. Οι επιθέσεις διαρκούσαν λίγα λεπτά, μέσα στα οποία οι δράστες χτυπούσαν και είχαν εκ των προτέρων έτοιμο σχέδιο διαφυγής από τον χώρο.

6. Βλάβη εννόμων αγαθών. Σωματική ακεραιότητα ή και φθορά ξένης ιδιοκτησίας.

7. Δήλωση της πολιτικής τους ταυτότητας είτε με ρούχα, είτε με συνθήματα, είτε με λόγο.

8. Σκοπός της επίθεσης ήταν η τρομοκράτηση μιας ολόκληρης κοινότητας ανθρώπων, όχι μόνο εκείνου κατά του οποίου γινόταν η επίθεση.

9. Κίνητρο των επιθέσεων ήταν η ναζιστική ιδεολογία, μία ιδεολογία με βάση την οποία πραγματοποιείτο η επιλογή των στόχων.



in.gr